|
Πηγή: εφημερίδα Ελευθεροτυπία
Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΖΕΡΒΑ
Η ιστορία των αυθαιρέτων κτισμάτων στη χώρα μας κλείνει αισίως σε λίγα χρόνια εκατονταετία.
ΡΟΔΟΠΟΛΗ Ολα ξεκίνησαν, όπως λένε οι ειδικοί, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την ανάγκη στέγασης εκατομμυρίων προσφύγων. Και όπως γίνεται συνήθως στην Ελλάδα, τα πάντα έγιναν στραβά και πελατειακά...
Σύμφωνα με τον καθηγητή της Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, Δημ. Χριστοφιλόπουλο, το νομοθετικό διάταγμα 17-7-1923 περί σχεδίων πόλεων, που αποτέλεσε τον πρώτο και βασικό πολεδομικό νόμο του ελληνικού κράτους μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970, προχώρησε σε εντάξεις περιοχών χωρίς κανένα επιστημονικό σχέδιο. Το μοναδικό κριτήριο που επικράτησε ήταν το κομματικό. Η ένταξη περιοχών στο σχέδιο έγινε από τότε αντικείμενο συναλλαγής και πιέσεων μεταξύ ιδιοκτητών και κυβέρνησης. Το δικομματικό σύστημα διακυβέρνησης χρησιμοποίησε τον πολεοδομικό σχεδιασμό ως μέσο διαμόρφωσης πελατειακών σχέσεων.
Με τον ίδιο κομματικό και «ταξικό» τρόπο
έγινε η επιλογή του οικοδομικού συστήματος και του συντελεστή δόμησης.
Οσοι πίεζαν περισσότερο, πετύχαιναν καλύτερο πολεδομικό περιβάλλον, με
πανταχόθεν ελεύθερο σύστημα (στα βόρεια και νότια προάστια της Αθήνας).
Αντίθετα, στα δυτικά και το κέντρο εφαρμοζόταν το συνεχές σύστημα και
υψηλοί συντελεστές σ' ένα υποβαθμισμένο περιβάλλον. Το καθεστώς του
1923 άλλαξε ουσιαστικά με τον ΓΟΚ του 1985!
Και ενώ η δόμηση επιτρεπόταν σε εντός σχεδίου περιοχές, η πελατειακή
αντίληψη των κυβερνήσεων, επέτρεψε γρήγορα την επέκτασή της και σε
εκτός σχεδίου περιοχές, ακόμη και σε κοινόχρηστους χώρους.
Οπως ανέφερε ο κ. Χριστοφιλόπουλος, στην εισήγηση-παρέμβαση που έκανε
στον ΔΣΑ, η πρώτη προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η αυθαίρετη δόμηση έγινε
με το Προεδρικό Διάταγμα της 18-3-1926, όπου προβλεπόταν κατεδάφιση των
αυθαιρέτων! Ομως έλειψε από τότε η πολιτική βούληση εφαρμογής του.
Ετσι, φυσιολογικά, η αυθαίρετη, άναρχη δόμηση, πήρε τα επόμενα χρόνια
την ανιούσα. Αφορούσε όμως κατά βάση ανέγερση κύριας κατοικίας και όχι
εξοχικής, η οποία αναπτύχθηκε ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1980.
Η οικιστική αυθαιρεσία, με την ανοχή του κράτους, το οποίο άλλοτε
αδυνατούσε να ελέγξει την κατάσταση και άλλοτε παρείχε αφειδώς και
ανεξέλεγκτα άδειες οικοδομής, συνεχίστηκε ακάθεκτη και πήρε διαστάσεις
μετά τη μεταπολίτευση. Οι πρώτες μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις, αντί να
κατεδαφίσουν τα αυθαίρετα, όπως είχαν υποχρέωση από το Σύνταγμα του
1975 (άρθρο 24), προτίμησαν να τα εκμεταλλευθούν ταμειακά, επισημαίνει
ο κ. Χριστοφιλόπουλος. Ο νόμος 720/1977, έδινε τη δυνατότητα εξαίρεσης
από την κατεδάφιση των αυθαιρέτων κτισμάτων με την υποβολή σχετικής
δήλωσης και καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού.
«Με τον νόμο αυτό θεσμοθετείται για πρώτη φορά η αθέμιτη συναλλαγή
μεταξύ κράτους και ιδιοκτητών αυθαιρέτων. Είναι η πρώτη εκδήλωση του
συνθήματος "αν το δηλώσεις, θα το σώσεις"», αναφέρει ο καθηγητής.
Οι ρυθμίσεις αυτές δεν είχαν τύχη, καθώς το Συμβούλιο της Επικρατείας
τις έκρινε αντισυνταγματικές. Το δικαστήριο, ωστόσο, άφησε ανοικτό ένα
μικρό «παράθυρο». Δέχθηκε να εξετάζεται από ειδική επιτροπή η κατά
περίπτωση και υπό προϋποθέσεις εξαίρεση των αυθαιρέτων από την
κατεδάφιση, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τη μελλοντική ρύθμιση Τρίτση,
το 1983.
Μέχρι τον νόμο Τρίτση, πάντως, οι αυθαίρετες κατασκευές ξεφύτωναν σαν
τα μανιτάρια, παντού: σε δάση, ακρογιαλιές, ακόμη και σε προστατευμένες
περιοχές. Εκείνη την περίοδο γιγαντώθηκαν ολόκληροι παράνομοι οικισμοί
πρώτης αλλά και δεύτερης (εξοχικής) κατοικίας. Η de facto παράνομη
πολεοδόμηση της γης αντιμετωπίστηκε και από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με
τον ίδιο τρόπο: πελατειακά και ολίγον ταμειακά. Αξιοποιώντας την
απόφαση του ΣτΕ, ο νόμος 1337/1983 (γνωστός ως νόμος Τρίτση) έβαλε
κανόνες γενικής πολεοδόμησης και θέσπισε την ατομική, κατά περίπτωση,
εξαίρεση από τον κανόνα της κατεδάφισης.
Ως δικαιολογία χρησιμοποιήθηκε από τον τότε υπουργό η υποχρέωση ειδικής
φροντίδας του κράτους για απόκτηση κατοικίας από όσους τη στερούνται. Ο
ίδιος νόμος προέβλεπε επίσης και συλλογική εξαίρεση από την κατεδάφιση,
υπό τον όρο της ένταξης περιοχών αυθαιρέτων στο σχέδιο πόλης.
Ο νόμος αυτός ωστόσο καθιέρωσε και μια βασική «κόκκινη γραμμή», η οποία
έκτοτε θεωρείται από το Συμβούλιο της Επικρατείας απαραβίαστη! Ορισε,
με βάση τις προβλέψεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, ότι οι εξαιρέσεις
από την κατεδάφιση ισχύουν αποκλειστικά και μόνο για όσα αυθαίρετα
κτίστηκαν πριν από τις 31-1-1983, οπότε ψηφίστηκε ο νόμος. Αντίθετα για
όσα αυθαίρετα κτίστηκαν μετά την παραπάνω ημερομηνία, επιτάσσει την
υποχρεωτική, χωρίς εξαιρέσεις κατεδάφισή τους!
Στη θέση αυτή επιμένει σθεναρά μέχρι σήμερα το Συμβούλιο της
Επικρατείας. Συγκεκριμένα, για τα πρό του 1983 αυθαίρετα, τα οποία
κτίσθηκαν όταν δεν υπήρχαν κανόνες πολεοδομικού σχεδιασμού, δέχεται να
μην κατεδαφιστούν συλλήβδην, αλλά να εξεταστούν τρόποι πιθανής
νομιμοποποίησής τους. Για την επόμενη γενιά αυθαιρέτων όμως, που
χτίσθηκαν μετά το 1983, υποστηρίζει ότι δεν μπορούν να εξαιρεθούν από
την κατεδάφιση. Η εφαρμογή του νόμου όμως είναι προβληματική. Από τα
κτίρια που έχουν κριθεί κατεδαφιστέα ελάχιστα έχουν γκρεμιστεί.
Αντίθετα, νεότερες διατάξεις του ΓΟΚ και του νόμου 2831/2000
επιχείρησαν να διευρύνουν τη νομιμοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών που
κτίζονται με υπερβάσεις της οικοδομικής άδειας.
Ακόμη, με άλλη διάταξη νόμου (το άθρρο 8 του νόμου 3044/ 2002),
επιχειρήθηκε εμμέσως η ανατροπή της νομολογίας του ΣτΕ, για την
υποχρεωτική κατεδάφιση των μετά το 1983 αυθαιρέτων. Συγκεκριμένα,
προβλεπόταν ότι η κατεδάφιση και νέου (μετά το 1983) αυθαιρέτου, θα
εξαρτάται από την επίπτωση που έχει το μεμονωμένο αυθαίρετο κτίσμα και
όχι το σύνολο των αυθαιρέτων κτισμάτων στη συγκεκριμένη περιοχή. Αλλά
και για το θέμα αυτό έχει εκδοθεί η παραπεμπτική στην ολομέλεια του ΣτΕ
απόφαση του Ε' τμήματος (3610/2007), που θεωρεί αντισυνταγματικές τις
ρυθμίσεις. Η οριστική κρίση της υπόθεσης όμως εκρρεμεί στην ολομέλεια
του ΣτΕ.
Αναλύοντας τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας υπέρ της
κατεδάφισης των αυθαιρέτων, ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κων. Γώγος, δηλώνει με έμφαση: «Με την
παρόδο των δεκαετιών, τα κάθε λογής αυθαίρετα κτίσματα έχουν πληθύνει
τόσο πολύ σε αριθμό, εν όψει και της αποχής της διοίκησης από την
κατεδάφισή τους, ώστε η χώρα να έχει περιέλθει από πολεοδομική άποψη σε
κατάσταση ανάγκης... Τείνουν να εκλείψουν τα πραγματικά περιθώρια για
συμβιβαστικές λύσεις... και κατατείνουμε σε μια απόλυτη εκ του
Συντάγματος, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία, επιταγή κατεδάφισης
όλων των αυθαιρέτων που κατασκευάστηκαν μετά την 31-1-1983».
Ολα αυτά ωστόσο παραμένουν στα χαρτιά. Γιατί καμία πολιτική βούληση
εφαρμογής του Συντάγματος, των νόμων και των δικαστικών αποφάσεων δεν
έχει εκφραστεί προς αυτή την κατεύθυνση... *
(0) |